Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έρωτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έρωτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2010

Ο " Πολύ Καλός Για Να Είναι Αληθινός"

Ήταν ένα όμορφο καλοκαίρι, μόλις είχα τελειώσει το σχολείο, και συγκεκριμένα τις πανελλήνιες. Είχε φύγει από πάνω μου το τεράστιο βάρος της  "ιεράς" εξέτασης και απλά περίμενα να δω σε ποιά σχολή πέρασα (αχ και να 'ξερα). Είχα αλλάξει. Βασικά έγινα άνθρωπος, γιατί όλοι στο σχολείο δεν περιποιούμαστε και πολύ τον εαυτό μας, και εγώ τότε ήμουν αδυνατισμένη είχα βάψει τα μαλλιά μου ξανθά, και είχα κάποιες κατακτήσεις. 

Μια μέρα, μου ανακοίνωσε ο ξάδερφος μου πως ένα παιδί, (παιδί, 26 χρονών ήταν) με ψιλογουστάρει και οτι ήθελε να γνωριστούμε. Μιας και το "παιδί" ήταν νοστιμούλης δοκίμασα να τον γνωρίσω... Βγήκαμε για καφέ λοιπόν (το κλασικό ραντεβού κατά το Sex & the City), και περάσαμε πολύ όμορφα. Μου άρεσε, γιατί ήταν σαν παιχνίδι, και με έκανε να νιώθω όμορφα, τα γνωστά γλυψίματα!! Την επόμενη ξανασυναντηθήκαμε, αφού είχαμε ανταλλάξει τηλέφωνα. Πήγαμε για ένα ποτάκι αλλά σύντομα βρεθήκαμε να πηγαίνουμε βόλτα με το αυτοκίνητο. Σταμάτησε σε ένα όμορφο και κάπως ερημικό μέρος, και μείναμε έξω απο το αμάξι να συζητάμε για διάφορα. Ένιωθα περίεργα, σαν πεταλουδίτσες στο στομάχι - ξέρω πολύ κοινό, αλλά έτσι ήταν! Με φίλησε. Απλά έγειρε το κεφάλι του προς το μέρος μου και ακούμπησε τα χείλη μου. Ήταν παράξενο αλλά ένιωσα να τον ερωτεύομαι. Από εκείνη τη νύχτα είμασταν μαζί. Κανονικά. Βγαίναμε, κάναμε έρωτα (σε πολλά & απίθανα μέρη!), τρώγαμε μαζί, πηγαίναμε για μπάνιο, και βασικά με κακομάθαινε. Έκανε οτι ήθελα! 

Όμως, κάποιες στιγμές, με έφερνε σε δύσκολη θέση. Συνεχώς μου τόνιζε οτι είχε πάει με όλες όσες κυκλοφορούσαν γύρω μας. Και σαν να μην έφτανε αυτό, μου έλεγε και τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες! Εγώ το έπαιζα άνετη, δεν έδινα σημασία, όσο μπορούσα. Προσπαθούσα να κάνω όσο καλύτερο σεξ μπορούσα για να σταματήσει να λέει για τις άλλες! Εν τω μεταξύ, είχα ακούσει διάφορα για την ζωή του. Όπως οτι είχε παρελθόν με μια παντρεμένη, με παιδί. Η ξαδερφούλα (!) μου, μου είχε πει μια μέρα, 
"πρόσεχε, αυτός τα είχε με μια παντρεμένη και έχει πάρει όλο το χωριό!" 
"Έλα ρε, εντάξει, μπορεί απλά να είναι λόγια, και αν δεν είναι,  έχουν χωρίσει, έτσι δεν είναι;"

Η συζήτηση για αυτό το θέμα έλειξε εκεί. Δεν ήθελα να μάθω περισσότερα, αλλά αυτό δεν σημαίνει οτι το ξέχασα κιόλας! Συχνά στενοχωριόμουν για κάποια πράγματα, έφτιαχνα ιστορίες στο μυαλό μου και αυτό δεν μου έκανε καλό. Αυτός απλά ήταν καλός μαζί μου, και αναρωτιόμουν, "είναι τόσο καλός για να είναι αληθινος;". Μου είχε στείλει μια φορά σε ένα μήνυμα, " Σ'αγαπώ, Σ'αγαπώ, Σ'αγαπώ, Σ'αγαπώ......." σε όλη την οθόνη! Τον είχα πιστέψει. 

Έρχεται ο πατέρας μου, και μου λέει οτι θέλει να συζητήσουμε. Ουπς. Τι έγινε σκεφτόμουν...
"Με το παιδί που είστε μαζί το πάτε για σοβαρά;" 
"Δεν ξέρω μπαμπά, ακόμα νωρίς είναι, δεν ξέρω", τι να του έλεγα;
"Θέλω να μάθεις κάτι", μου λέει." Ο Ν. τα έχει με μια παντρεμένη." Εδώ τρώω σκάλωμα!
" Σοβαρα;", ρωτάω.
"Ναι, τους είδα τυχαία να μιλάνε κάπου στα κρυφά. Πρόσεχε τι θα κάνεις. Αλλά εσύ ξέρεις πως να το χειριστείς."

Ήταν βράδυ και μάλλον είχε ξαπλώσει αλλά δεν κρατήθηκα. Του έστειλά ένα μήνυμα οτι δεν ήθελα να τον ξαναδώ και οτι το σταματάω εκεί. Δεν το άφησε έτσι όμως. Προσπάθησε να τα βγάλει όλα ψέματα. Μου εξηγούσε οτι απλα μιλούσαν. Προσπάθησε να με τουμπάρει. Και το έκανε. Ήξερε πως να φερθεί τι να λέμε τώρα, εγώ μια πιτσιρίκα και αυτός φτασμένος γαμιάς!

Περάσανε σχεδόν δυό μήνες, και έφυγα απο το χωριό για να σπουδάσω. Έπρεπε να τον αφήσω και απλά θα βρισκόμασταν τα Σαββατοκύριακα και όποτε μπορούσαμε τελος πάντων. Μετά την πρώτη μου επιστροφή στο χωριό, δεν ήθελε να βρεθούμε. Μου φάνηκε περίεργο. Είχε κανονίσει. Το άφησα να περάσει έτσι. Βρεθήκαμε όμως την επόμενη μέρα. Είμασταν κάπως. Το μόνο που ήθελε, ήταν να πάμε γρήγορα κάπου να κάνουμε έρωτα. Είχα ξενερώσει. Βασικά είχαν όλα φύγει απο μέσα μου, δεν ξέρω γιατί ήμουν ακόμα μαζί του. Αφού δεν τον αγάπησα ποτέ! 

Χωρίσαμε, εγώ έφυγα για Αθήνα, να ζήσω τη ζωή μου και αυτός έμεινε στη δική του ζωή, την πολυτάραχη από γυναίκες παντρεμένες ή όχι! Ένα πράγμα θα θυμάμαι από αυτόν που μου είχε πει μια μέρα όταν καθόμασταν στη θάλασσα:
-"Πως θα είμαστε άραγε σε 10 χρόνια από τώρα;"
-"Δεν ξέρω...."
-" Θα είμαστε παντρεμένοι. Θα έχουμε κάνει 2 παιδιά. Θα ξυπνάμε το πρωί νωρίς, εγώ θα φεύγω στη δουλειά, εσύ θα ετοιμάζεις τα παιδιά για το σχολείο και θα πηγαίνεις στη δουλειά σου."

5 χρόνια μετά, δεν ξέρω αν ποτέ εννοούσε λέξη από αυτά. Νομίζω οτι τον είδα με ένα παιδάκι στην αγκαλιά που του έμοιαζε. Μάλλον έκανε την οικογένεια που ήθελε. Εγω ακόμα σπουδάζω!

S.

Ο "Κολλητός"

Σεπτέμβρης 1999: Πρώτη μέρα, της πρώτης χρονιάς στο γυμνάσιο. Παιδιά που τρέχουν πάνω κάτω στο προαύλιο, παιδιά που συζητούν σε παρέες εδώ και εκεί. Το κουδούνι χτυπάει και μπαίνουμε όλοι στη σειρά για τον αγιασμό. Και τότε τους είδα: ένα αγόρι και ένα κορίτσι, που τα κεφάλια τους εξείχαν από τα υπόλοιπα παιδιά. Και οι 2 ξανθοί, με σκούρα μπλε μάτια στο χρώμα του καθαρού νυχτερινού ουρανού. 2 παιδιά που σίγουρα δεν περνούσαν απαρατήρητα..

Η σχολική χρονιά ξεκίνησε για τα καλά. Στη χορωδία, έπιασα φιλίες με το ψηλό ξανθό κορίτσι, την Τ. Εκείνη με γνώρισε αμέσως στον αδερφό της τον Σ. Από την πρώτη στιγμή που τον είδα, τον ερωτεύτηκα. Όπως μόνο ένα κοριτσάκι 12 χρόνων μπορεί να ερωτευτεί. Ήταν όμορφος σαν άγγελος, με τα ξανθά του μαλλιά και τα μπλε του μάτια. Λίγο απόμακρος και σοβαρός, κάτι που τον έκανε ακόμα πιο μοναδικό στα μάτια μου, εφόσον τον έκανε να ξεχωρίζει ανάμεσα στους συμμαθητές του. Ο πρώτος μου έρωτας...... Με τον καιρό, εγώ και η Τ. γίναμε αχώριστες. Όπου και αν πηγαίναμε, ο Σ. ερχόταν πάντα μαζί μας. Αγαπούσε τόσο πολύ τη δίδυμη αδερφή του, που δεν ήθελε να την αφήνει μόνη ούτε στιγμή. Όποτε ήταν κοντά μου, ένιωθα την καρδιά μου να ξεχειλίζει από ευτυχία. Ήθελα να είμαι συνεχώς κοντά του, να τον βλέπω, να του μιλάω.. Όσο περνούσαν τα χρόνια, άρχισε να αγαπάει και έμενα σαν τη μικρή του αδερφή. Εγώ όμως επιθυμούσα μια άλλη αγάπη από αυτόν, εφόσον κάθε στιγμή που περνούσε, ένιωθα πως τον αγαπούσα όλο και περισσότερο. Ήμουν όμως ικανοποιημένη έστω και από αυτή τη φιλική αγάπη, γιατί στα χρόνια της αθωότητας, ακόμα και μια φιλική αγκαλιά από το αγόρι που αγαπάμε μας κάνει να ξεχειλίζουμε από ευτυχία..

Ο καιρός περνούσε και πήγαμε στο λύκειο. Ο Σ., η Τ. και εγώ ήμασταν σαν οικογένεια. Δεν του είχα πει ακόμα πως ένιωθα για εκείνον. Φοβόμουν τόσο πολύ μήπως χαλάσει η φιλία μας και τον χάσω από τη ζωή μου.. Και στη σκέψη πως μπορεί να του άρεσε κάποια άλλη, έτρεμα σαν το φύλλο. Η στιγμή αυτή δεν άργησε να έρθει. Στην παρέα μας προστέθηκε και η Κ., η κοπέλα του Σ. Μόλις τους είδα αγκαλιασμένους ένιωσα τον κόσμο μου να γκρεμίζεται. Τον ήθελα ακόμα πιο πολύ, τον ήθελα όσο τίποτα άλλο. Φαινόταν τόσο χαρούμενος, χαιρόμουν που τον έβλεπα ευτυχισμένο, αλλά αυτή η χαρά πάλευε συνεχώς με το συναίσθημα της απώλειας. Γιατί τον είχα χάσει. Κάποια άλλη τον είχε πάρει από εμένα. Ήξερα όμως ότι ο Σ. δεν έπρεπε να καταλάβει τίποτα. Και από τότε ξεκίνησα να υποκρίνομαι... Να υποκρίνομαι πως όλα ήταν μια χαρά όταν το ζευγάρι φιλιόταν μπροστά μου. Να υποκρίνομαι την άνετη όταν η Κ. μου μιλούσε για το πόσο πολύ τον αγαπούσε. Να υποκρίνομαι συνέχεια ότι είμαι καλά και δεν με πονάει όλη αυτή η κατάσταση. Μια συνεχή υποκρισία..

Τα παιδιά τελείωσαν το σχολείο (εγώ είμαι ένα χρόνο μικρότερη), ο Σ. πέρασε στην Κρήτη και η Τ. έφυγε για να σπουδάσει στο εξωτερικό. Παρόλο που δεν ήταν στην Αθήνα, συνέχισε να έχει σχέση με την Κ. Εφόσον δεν τους έβλεπα συχνά μαζί, ο πόνος άρχισε να απαλύνεται. Και έτσι γνώρισα τον Φ. Τον ερωτεύτηκα τρελά και ξέχασα για λίγο τον άλλον. Όταν όμως ανέβηκε στην Αθήνα και γνώρισε τον Φ., κατάλαβα πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Δεν ήθελε να ξαναβγεί μαζί μας γιατί δεν τον είχε πάρει με καλό μάτι. Έτσι είπε τουλάχιστον. Στεναχωρήθηκα πολύ τότε. Αλλά ούτε μια στιγμή δεν μου πέρασε από το νου πως ο Σ. είχε αρχίσει να αισθάνεται για μένα μια αγάπη που έβλεπε πως δεν ήταν και τόσο φιλική.

Από τότε δεν συμπάθησε ποτέ καμία μου σχέση. Σε όλους έβρισκε ελαττώματα, κανείς δεν ήταν άξιος για να σταθεί στο πλάι μου. Τον έβλεπα να αλλάζει, να μεγαλώνει, να ωριμάζει.. Με έβλεπε να γίνομαι         γυναίκα.. Τον αγαπούσα περισσότερο από ποτέ..... Έπρεπε κάτι να κάνω. Είχα χωρίσει ξανά, η καρδιά μου ήταν τσακισμένη. Είχε χωρίσει και αυτός μετά από πολλά χρόνια σχέσης με την Κ. και ήταν χάλια.  Αυτή ήταν η ευκαιρία μου... Βρεθήκαμε σπίτι του. Εγώ να κλαίω για την τσακισμένη μου καρδιά, αυτός να με χαϊδεύει για να με παρηγορήσει.. Το φιλί του στο λαιμό μου και μετά στα χείλη μου ένιωσα πως μου έκαιγε το δέρμα. Εκείνο το βράδυ κάναμε παθιασμένο έρωτα. Τα συναισθήματα που ήταν καλά σφραγισμένα τόσα χρόνια και από τους 2 βγήκαν στην επιφάνεια. Είχαμε χημεία, ήμασταν ένα.. Αλλά δυστυχώς, ήμασταν και φίλοι.. Και την επόμενη μέρα κάναμε και οι 2 σαν να μην συνέβει τίποτα μεταξύ μας.

Από τότε είμαστε ακόμα πιο δεμένοι. Αγαπάμε ο ένας τον άλλο με μια αγάπη δυνατή, κάτι περισσότερο από φιλική αλλά μάλλον και κάτι λιγότερο από ερωτική. Μπορεί να περνούν συνεχώς από τη ζωή μας άλλοι άνθρωποι, να είμαστε και οι 2 σε σχέση, όμως μερικές φορές η καρδιά δεν μπορεί να ελέγξει το σώμα.. Και τότε πάλι γινόμαστε ένα, κάθε φορά και με περισσότερο πάθος. Το ξέρουμε και οι 2 πως δεν είναι σωστό. Αλλά όταν συναντιόμαστε μόνοι μας το μυαλό δεν υπακούει.. Με θέλει, τον θέλω και φαίνεται στην έκρηξη που γίνεται μόλις ενώνονται τα κορμιά μας. Με όποιον και αν είμαι, πιάνω τον εαυτό μου να αγαπάει τον Σ. περισσότερο από τον φίλο μου. Και κάθε φορά αισθάνομαι ενοχές για μια αγάπη που ξεκίνησε τόσο αγνή και τώρα είμαι αναγκασμένη να κρύβω από όλους μήπως την θεωρήσουν ρυπαρή και πρόστυχη. Γιατί κανείς δεν πρόκειται να καταλάβει τον έρωτα που υπάρχει ανάμεσα σε δύο φίλους.

Αυτή τη στιγμή ο Σ. μου έχει δηλώσει πως με αγαπάει σαν τρελός, δεν μπορεί να ζήσει χωρίς εμένα και πως χωρίζει για να είναι μαζί μου για πάντα. Και αντί να χαίρομαι που τα συναισθήματα μου δεν είναι μονόπλευρα, φοβάμαι. Μήπως όλα είναι ένα παιχνίδι και χάσω. Δεν θα αντέξω να με πληγώσει αυτός ο άνθρωπος, είναι πάνω από τις δυνάμεις μου. Δεν θα μπορέσω να αγαπήσω ξανά κάποιον άλλο όπως αγάπησα αυτόν και το ξέρω. Δεν ξέρω τι να κάνω. Είναι ένα μεγάλο ρίσκο, που ίσως τελικά αξίζει να πάρω....

Υ.Γ.: Η ιστορία με τον Σ. κρατάει 11 χρόνια. Και ακόμη καλά καλά δεν έχει ξεκινήσει τίποτα. Είναι σίγουρα μια ιστορία που θα έχει και συνέχεια........... Και ελπίζω και happy end...
V.

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010

Ο "Δυνάστης"

Ήμουν μόνο 16 και αυτός 18. Γνωριστήκαμε μέσω της αδερφής μου και του αγοριού της. Γίναμε φίλοι, ή έστω έτσι νόμιζα στην αρχή. Κάναμε πολλή παρέα οι τέσσερις μας στις αρχές εκείνου του καλοκαιριού.. Και όπως είναι φυσικό τον ερωτεύθηκα, ήθελα να είμαι μαζί του συνέχεια. Ήθελα να τον έχω δίπλα μου, να τον βλέπω να μιλάει, να γελάει. Μετά από πολλές μέρες, ετσι ξαφνικά του έπιασα το χέρι όταν είχαμε βγει σε ένα κλαμπ της περιοχής. Γύρισε και με κοίταξε με μια ευχάριστη απορία! Ναι, τα είχαμε φτιάξει. Μου είπε ότι θα άφηνε την κοπέλα του, που βασικά εγώ ποτέ δεν την είδα μαζί του. Πέρασα το ομορφότερο καλοκαίρι της ζωής μου. Μόνο που υπήρχε κάποιο πρόβλημα. Θα έφευγε φαντάρος πριν τελειώσει το καλοκαίρι. Δεν το σκεφτόμουν και πολύ. Βέβαια δεν ήξερα πως είναι να είσαι με κάποιον, ή να ζεις μακριά του. Βλέπεις ήταν ο πρώτος μου έρωτας.
Έφυγε. Δεν θα μιλούσαμε στην αρχη για περίπου μια βδομάδα, δεν ήξερε τι θα δει εκεί, στις ειδικές δυνάμεις. Και μου είχε λείψει. Μετά από λιγο καιρό λοιπόν πήρε την πρώτη του άδεια. Έρχεται να με δει, και έχω πεθάνει από την αγωνία! Βιαζόμουν πολύ να τον δω. Ήθελα να τον αγκαλιάσω, και βλέπω το αυτοκίνητο του να πλησιάζει. Μπαίνω μέσα, βλέπω έναν κούκλο με ένα σχεδόν ξυρισμένο κεφάλι. Έπαθα πλάκα. Ήταν τόσο διαφορετικός ή ο χρόνος μακριά του με έκανε να τον ερωτευθώ πιο πολύ; Ένιωσα ότι είμαι ένα τίποτα μπροστά στην αγάπη μου για εκείνον. Κάθε μέρα που έπρεπε να φύγει γιατί τελείωνε η άδεια του, αγκαλιαζόμασταν σφιχτά και γεμίζαμε δάκρυα τα πρόσωπά μας. Σε μια άδεια του ήταν Οκτώβρης, Σάββατο, βράδυ, όταν έγινα δικιά του, για πρώτη φορά. Στο αυτοκίνητο του. Έβρεχε και γράψαμε στο τζάμι 10/10/03. Γαλήνη, ομορφιά και ηρεμία ήταν μέσα μου. Τον λάτρευα με όλο μου το είναι. 

Άλλαξαν, όλα άλλαζαν. Μέρα με τη μέρα, το κενό μεγάλωνε. Η απουσία του, η απουσία μου , η απόσταση, ο στρατός. Με ζήλευε, πολύ. Σε τεράστιο βαθμό. Ήταν απόλυτος, ήμουν κτήμα του και έπρεπε να τον ακούω, και έτσι έκανα. Δεν έβγαινα, δεν κυκλοφορούσα έξω για να μην με κοιτάζουν άλλοι. Ήταν  δύσκολα, το καταλάβαινα. Δεν μπορούσε μακριά μου και έκανε και έλεγε πραγματα που δεν έπρεπε. Προσπαθούσα να του δώσω δύναμη και κουράγιο. Αλλά σε εμένα ποιος θα το έκανε; Πέρασα όλο το χειμώνα με πόνο στην καρδιά μου, γιατί έπρεπε να πιέσω τον εαυτό μου να τα καταφέρει με τη σχέση μου , με το σχολείο, με τους γονείς μου που έβλεπεν μέρα με τη μέρα να λιώνω από τα καμώματα του. Έπρεπε να αντέξω για την αγάπη μου όμως. Έκανα ότι ήθελε εκείνος. Μέχρι που δεν άντεξαμε. Όλοι μας. Επικρατούσε πανικός στο σπίτι, έχανα όλα τα μαθήματα, τα φροντηστήρια. Οι φίλες μου με παρηγορούσαν κάθε μέρα, στο σχολείο στα σκαλιά, στις γωνιές πάνω από τα καλοριφέρ. Κλάμα. Μόνο κλάμα έχω να θυμάμαι. Δεν μου επιτρεπόταν να βγω από το σπίτι. Δεν με άφηναν οι γονείς μου. Έφευγα κρυφά για να τον δω. Και  όταν γυρνούσα…… Ήθελα να πεθάνω…. Τον άφησα. Κατάλαβα ότι έπρεπε να σκεφτώ τους γονείς και το μέλλον. Πέταξα την αγάπη μου τσακισμένη στα σκουπίδια. 

Δυσκολεύτηκε να το δεχτεί. Με κυνήγησε για να τα ξαναβρούμε. Όχι, δεν μπορούσα να γυρίσω. Ήθελα να αναπνεύσω, να δω πως είναι ο κόσμος γύρω μου. Πέρασαν λίγοι μήνες  ώσπου απολύθηκε και ήταν ξανά στο χωριό. Τον ήθελα ακόμα, αλλα δεν έπρεπε. Μια μέρα αφού είχα βρει κάποιον για να ξεχαστώ, μας ακολούθησε. Ήρθε και ζήτησε το λόγο. Το φαντάζεσαι; Τελικά έστειλα τον άλλον στην άκρη για να μιλησω μαζί του. Με ρωτούσε γιατι το έκανα αυτό; Έβαλα τα κλάματα, τον πήρα αγκαλιά και φιληθήκαμε. Ο άλλος έφυγε. Δεν τον ξαναείδα. Ήμουν πάλι μαζί του. Αυτή τη φορά στα κρυφά. Χωρίς να το ξέρουν οι γονείς μου, η αδερφή μου. Βγαίναμε για 7 μήνες. Με έπαιρνε με το αυτοκίνητο έκανα κοπάνα από το φροντηστήριο και έλεγα ψέματα στους γονείς για ακόμα μια φορά. Εν τω μεταξύ, τσακωνόμασταν χωρίς λόγο, πολύ συχνά. Άρχισε να ζηλεύει πάλι. Σχεδόν σηκωνε το χέρι του. Είχα ξενερώσει. Δεν είμασταν καλά. Και αποφάσισα να τον ξανα αφήσω. Πάλι ένιωθα ότι πνιγόμουν. Ήθελα να κάνω ότι γουσταρα εγω. Και κανένας άλλος. Ήθελα να είμαι ο εαυτός μου χωρίς τίμημα. Ήθελα να βρω 10 γκόμενους για να του παω κόντρα. Και μολις βρηκα έναν χωρις να προλαβω να κάνω κατι μαζί του, ήρθε πάλι να ζητήσει το λόγο. Αλλα εκείνη τη φορά δεν θα άλλαζε κάτι. Το παιδί που ήμασταν μαζί, του μίλησε ήρεμα και ουσιατικά του την είπε. Κι έφυγε, μετανιωμένος. Έσπασε. Το ένιωσα. Κατάλαβε ότι έπαψα να είμαι το κτήμα του. 

Πέρασαν πολλοί μήνες για να μιλήσουμε. Εγώ τελείωσα το σχολείο, την Τρίτη λυκείου, έδωσα πανελλήνιες, και είχε μπει στη ζωή μου ένα πολύ καλο παιδί. Περνούσαμε καλα, αλλά ως εκεί. Και έτσι ήταν κάθε είδους σχέση στην οποία ήμουν. Πάντα περνούσα καλά αλλά ως εκεί. Αγαπούσα πάντα εκείνον. Όταν ήμουν μόνη μου στο σπίτι στην Αθήνα, σαν φοιτήτρια πλέον, έκλαιγα κάθε νυχτα παρέα με τη συντροφιά του στο μυαλό μου. Δεν έπαψα να τον σκέφτομαι ποτέ. Γι’αυτό όποτε γυρνούσα στο χωριό βρισκόμασταν και κάναμε έρωτα. Μια φορά στο 2ο έτος προσπάθησα να γυρίσω κοντα του αλλά πάλι δείλιασα στην πορεία. Έγινε κάτι που μου πήρε 10 χρόνια από τη ζωή μου. Με βρήκε στο δρόμο και με έβαλε σηκωτή μεσα στο αμάξι του. Άρχισε να οδηγεί χωρις να μου μιλάει και δεν καταλάβαινα το λόγο. Είχε εκνευριστει γιατι συνέχεια γύριζα κοντά του και μετά τον παρατούσα. Ίσως να είχε και δίκιο. Αλλά αυτό ήταν αρρωστημένο. Με έβριζε, με έλεγε πουτάνα και  τα σχετικά. Με έπιασε απ’το μαλλί και με τράβηξε έξω από το αυτοκίνητο φωνάζοντας μου ότι εκείνη η νύχτα θα ήταν η τελευταία μου. Είχα πεθάνει από το φόβο μου. Προσευχόμουν να με αφήσει να φύγω, μιας και είχε πάρει το κινητό μου και το είχε κλειστο. Φαινόταν να το εννοούσε. Ίσως εκείνη τη νύχτα να γινόταν μια τραγωδία αν δεν κατάφερνα να τον συνεφέρω. Δεν ξέρω πως, μαλλον οι προσευχές μου με βοήθησαν. Του μίλησα ήρεμα και του εξήγησα. Κατάφερα να τον κάνω να με πάει σπίτι μου. Και ότι την επόμενη μέρα θα ήταν όλα καλα. Είχα πεθάνει εσωτερικά ξανά από εκείνον. Δεν ήθελα να τον ξαναδώ. Έφυγα και αποφάσισα να τον ξεχάσω για πάντα.

Πέρασε λίγος καιρός αλλά εγώ η ηλίθια δεν κατάφερα να τον ξεχάσω, συνέχισα να τον σκέφτομαι. Μετά από λίγους μήνες ξανακύλισα.  Τα σαββατοκύριακα βρισκόμασταν μόνο για να το κάνουμε. Σταματήσαμε να αναφέρουμε τα συναισθήματά μας όταν βρισκόμασταν γιατί ήταν δύσκολο και για τους δυό. Σταματήσαμε να  βλεπόμαστε όταν πια έκανα μια σοβαρή σχέση στην οποία και βρίσκομαι αυτό τον καιρό. Έχουν περάσει εφτά χρόνια από την γνωριμία μας & τον σκέφτομαι μερικές στιγμές. Ελπίζω η τωρινή μου σχέση μου να με βοηθήσει να ξεχάσω εντελώς έναν έρωτα που φέρνει μονο πόνο και όχι ευτυχία.

S.